ChampLacanien
Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου Αθήνας

1. Προλεγόμενο 2

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

1. Προλεγόμενο  2
 VII ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΦ- ΣΨΦΛΠ
Τι απαντά ο αναλυτής; Ηθική και κλινική
Ρίο, Ιούλιος 2012
 
Προλεγόμενο  2:
SE FAIRE AU RÉEL, CLINIQUE ET ÉTHIQUE
Εξοικίωση στο /Συμφιλίωση με τοΠραγματικό, Κλινική και Ηθική
Κάρμεν Γκαγιάνο

Για τον Λακάν, κλινική και ηθική ορίζονται σε σχέση με το πραγματικό. Ο αναλυτής είναι αντιμέτωπος με την κλινική από την στιγμή της συνάντησής του με τον ασθενή, με το πραγματικό να αποτελεί αυτό που είναι αδύνατον να αντέξει το υποκείμενο. Ως προς την ηθική, ο Λακάν σημειώνει ήδη από το πρώτο μάθημα, σελ. 21 στο Σεμινάριο του Η ηθική της ψυχανάλυσης: «Το ηθικό ζήτημα, στο οποίο η θέση του Φρόϊντ έχει επιφέρει μια πρόοδο, αρθρώνεται με προσανατολισμό να τοποθετήσει τον άνθρωπο σε σχέση με το πραγματικό».
Η πρώτη απάντηση του αναλυτή, μέσα στην πρακτική- με το λέγειν του και το πώς προκαλεί ένα λέγειν- στοχεύει στο να συμπεριληφθεί το πραγματικό μέσα σε ένα αναλύσιμο σύμπτωμα: ένα κόμβο νοήματος που απολαμβάνει μέσα στα σημαίνοντά  του τα οποία μέσα στο ασυνείδητό του, φέρουν μια απόλαυση εκτός νοήματος.
Μόνο που όταν η οδυνηρή απόλαυση του συμπτώματος   φέρνει μαζί της το αίνιγμα του νοήματος, τότε, το πραγματικό της κλινικής ανοίγει το δρόμο στην εμπειρία του ασυνειδήτου. Πράγματι η ανάδυση του ερωτήματος για το υποκείμενο – «τι σημαίνει αυτή η δυσφορία;»- θα το ωθήσει να θελήσει να αποκωδικοποιήσει μέσα στα σημαίνοντα της ιστορίας του, εκείνα που τον έχουν καθορίσει μέσα στον Άλλο και για τον Άλλο.
Έτσι βλέπουμε ότι τόσο η ψυχαναλυτική κλινική, δηλαδή του συμπτώματος, όσο και η ηθική του ψυχαναλυτή, συνδέουν το πραγματικό με ένα λέγειν. Είναι δυο ετερογενή λέγειν.
Το λέγειν του αναλύοντα συμμετέχοντας στην εμπειρία του ασυνειδήτου υπό μεταβίβαση κατευθύνεται προς μια αναζήτηση νοήματος από το οποίο αναμένει την επίλυση του « όντος της αλήθειας» του συμπτώματος σε μια γνώση. Αυτό που θα ανακαλύψει είναι η σημασία μιας επανάληψης που κανένα νόημα δεν την εξαντλεί και στην οποία το πραγματικό θα εκδηλωθεί ως μια αποτυχημένη συνάντηση έως ότου αποκαλυφθεί ως κινητήρας. Όταν η πίστη στην επίδραση του νοήματος και το νόημα  που απολαμβάνει μέσα στις αερολογίες του αναλύοντα εκπίπτει, τότε ενεργοποιείται  η ηθική του στη συνάντηση με το πραγματικό. Είναι διατεθειμένος να αποποιηθεί τα θεμέλια της φαντασίωσης του, που έχει γίνει πηγή μιας επανάληψης βλαβερής και ανίκανης να  καλύψει τη ριζική έλλειψη του Άλλου.
Στα καρτέλ του περάσματος παρευρισκόμαστε ενίοτε σε δυο ειδών μαρτυρίες αναλυόντων: ορισμένοι συνεχίζουν να γεύονται την αναπαραγωγή νοήματος με τα μορφώματα του ασυνειδήτου, αφήνοντας εκτός κάποιες εμφανίσεις του πραγματικού στο πέρασμα στην πράξη και (στην εκδραμάτιση) acting-out. Αυτά παρουσιάζονται μέσα από τις μεταπτώσεις των ιστοριών που αφηγούνται. Άλλοι έχουν εντοπίσει, με τον τρόμο της γνώσης,  το αντικείμενο α της φαντασίωσης τους   στον αναλυτή , βλέμμα ή φωνή. Τότε ο αναλυτής εκπίπτει από τη θέση του θεματοφύλακα του υποκείμενου που υποτίθεται ότι γνωρίζει. Το αντικείμενο  ενορμητικής απόλαυσης στοματικό η πρωκτικό τους έκανε νευρωτικούς μέσα στις φαντασιώσεις τους , με αποτέλεσμα την υποταγή μέσα στην σχέση με τον Άλλο  ώστε να τον διατηρούν χωρίς έλλειψη. 
Άλλοι ακόμη καταθέτουν επάξια για το πραγματικό  με το οποίο τους φέρνει αντιμέτωπους η ψύχωσή τους, και για τις υποκειμενικές απαντήσεις τους απέναντι σε αυτό, με εκπληκτικές επιτυχίες συμπτωματικής επινόησης κάποιες φορές και κάποιες άλλες με μια βεβαιότητα από την οποία απορρέει μια αναμφίβολη παραληρηματική πεποίθηση.
Κάποιοι τέλος σταματούν εκεί και άλλοι όχι, γιατί δίνουν την μαρτυρία τους για αυτό το πέρασμα στο πραγματικό που μεταμορφώνει το τραυματικό σε αίτιο μιας επιθυμίας για γνώση. Εκπλήσσουν το καρτέλ με τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ένα υποκείμενο εξοικιώνεται με το εκτός νοήματος της απόλαυσής του και με την σχετικότητα μιας αλήθειας του είναι του ως υποκείμενο. Δεν θα ασχοληθεί πια μαζί της ώστε να βρει τη θέση του μέσα στα δικά του ίχνη της λαλαγλώσσας του.
Αυτό επικαλείται ο Γκρασίαν- και αυτό του επέφερε την φυλάκισή του από τις εκκλησιαστικές αρχές – και από τον οποίο ο Λακάν πήρε την ηθική του «ευ λέγειν». Ο Γκρασίαν λέγει σε σχέση με την αλήθεια η οποία θα είναι πάντα «σε στρώματα» (de parto) και ποτέ δεν θα γεννηθεί καθολοκληρίαν σε μια ηθική του «ευ λέγειν», την ηθική του «διακριτικού».  Εκείνη την εποχή, ένας γνωστός συγγραφέας του θεάτρου του Χρυσού Αιώνα, ο Ρουϊζ του Αλαρκόν, σκηνοθέτησε με ιδιοφυιή τρόπο τις λεπτές αποχρώσεις της «Ψεύδουσας αλήθειας» (La verdad mentirosa), -δεν πιστεύω ότι ο Λακάν έχει διαβάσει αυτή την μελέτη, διαφορετικά θα την είχε αναφέρει. Ένας άλλος Ισπανός, με την ίδια διαύγεια, ο μελαγχολικός Γκόγια είχε δείξει αργότερα πόσο τα «όνειρα της λογικής» δημιουργούν τέρατα με τον ισχυρισμό ότι φτιάχνουν αλήθειες, γνώση.
Τα τέρατα, το γνωρίζουμε, είναι οι μορφές της φαντασίωσης, οι τρόποι με τους οποίους κάποιος «αισθάνεται ότι είναι» αντικείμενο της απόλαυσης του Άλλου και του τρόπου με τον οποίο η απόλαυση γίνεται τρομακτική. Οι τρόποι με τους οποίους αυτές οι μορφές αφήνουν ένα περιθώριο στο λέγειν του αναλυτή ώστε ο αναλύων να μην παραμείνει μέσα σ’αυτές τις «φαντασιακές καταστάσεις» του πραγματικού της θέσης του ως αντικείμενο απόλαυσης ή αντικείμενο των τραυματικών παρτενέρ του, αποτελούν ένα κρίσιμο διακύβευμα για την επιθυμία του αναλυτή. Αυτή η επιθυμία του αναλυτή θα εκφραστεί μέσω του λέγειν του και μέσω των πράξεων του που προσανατολίζονται στο να οδηγήσουν τον αναλύοντα να  βγει απ’ αυτό το αδιέξοδο.
Ας σημειώσουμε αυτό που λέει ο Λακάν στο σεμινάριο του Κρίσιμα προβλήματα της ψυχανάλυσης: « ... κανένα λύσιμο δεσμού δεν είναι εφικτό στο αίνιγμα της επιθυμίας μου χωρίς αυτό το πέρασμα από το αντικείμενο α. Έχω ακούσει, πρόσφατα, σε μια από τις αναλύσεις μου, να χρησιμοποιείται αυτός ο όρος, σχετικά με κάποιον του οποίου η ανάλυση δεν φαινότανε να έχει πετύχει από την πλευρά της προσωπικής ποιότητας: «Υπάρχουν, επομένως, μου έλεγε ο αναλυόμενος μου, κάνοντας επι τη ευκαιρία τον αντιρρησία, ψευδή αναλυτικά στρώματα!». Μου αρέσει αρκετά αυτή η διατύπωση. Δεν θα μπορούσα να την  έχω επινοήσει […] Πράγματι υπάρχει μια καμπή της ανάλυσης όπου το υποκείμενο παραμένει επικίνδυνα μετέωρο σ’ αυτό το γεγονός να συναντήσει την αλήθεια του μέσα στο αντικείμενο α. Μπορεί να παραμείνει εκεί, και αυτό φαίνεται.» 
Είναι εκείνη την κρίσιμη στιγμή όπου το υποκείμενο  πάσχει για να μειώσει την αλήθειά του στο αντικείμενο α που το έκανε να είναι μέσα στην φαντασίωσή του, εκεί είναι που διακυβεύεται πράγματι η ηθική της επιθυμίας του αναλυτή. Είναι όταν σχεδόν δεν υπάρχουν πλέον σημαίνουσες ερμηνείες, ήδη γνωστές, που να τονίζουν τα σημάδια από το λέγειν του Άλλου μέσα στα οποία το υποκείμενο είχε καθηλωθεί. Πώς, μέσα στις κρίσιμες αυτές στιγμές όπου παίζεται το τέλος μιας ανάλυσης, δηλαδή το πεπρωμένο της επιθυμίας και της απόλαυσης ενός αναλύοντος, η ανάλυση επενεργεί αποτελεσματικά ( ή  όχι) με το να έχει μια επίπτωση πάνω στην θέση του υποκειμένου; Πρόκειται μόνο για ένα ερώτημα «προσωπικής ποιότητας» ή μάλλον για το πώς ο αναλυτής παρεμβαίνει πάνω σ’αυτήν;
Δεν θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε την απάντηση του αναλυτή μέσα στις κρίσιμες αυτές στιγμές παρά μόνο  μέσα από τις μαρτυρίες του περάσματος. Το έχω διαπιστώσει κατά τη διάρκεια 12 περασμάτων μέσα από τα καρτέλ στα οποία συμμετείχα μέχρι τώρα: η αποτυχία του περάσματος στον αναλυτή παραμένει από την πλευρά αυτού που κάνει το πέρασμα, λογικά, εκτός από τρανταχτές περιπτώσεις αδυναμίας του αναλυτή για για την οποία βεβαιώνει πιθανώς ο περνών.
Για αυτό, το ερώτημα που επιθυμώ να θέσω σ’αυτό το Πρελούδιο για την Συνάντησή μας στο Ρίο είναι από τα πιο δύσκολα για να εξεταστεί γιατί δεν έχουμε απάντηση: με πιο τρόπο το λέγειν του αναλυτή ξεκινώντας από τη σχέση του με το πραγματικό του ασυνειδήτου, μ’ ένα πραγματικό που δεν είναι εκείνο της κλινικής, μπορεί να επενεργήσει στις διάφορες μεταπτώσεις μέσα στις οποίες ο αναλύων πάσχει από το πραγματικό μιας απόλαυσης; Απόλαυση που δεν εισάγεται στην επιθυμία του και έχει ως αποτέλεσμα μία υποκειμενική ικανοποίηση αυτού του αναλύοντα;
Στο μάθημα του Σεμιναρίου στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως, ο Λακάν λέει: «το πραγματικό είναι αυτό που δεν μπορεί να μην είναι». Ορισμός που δεν επιλύει την ιδιαιτερότητα του πραγματικού που μέσα στην σημερινή κρίση του καπιταλισμού διαλύεται και που γεννά καταστάσεις που είναι «αδύνατον να υποφέρει κανείς» για όλο και περισσότερα στρώματα του πληθυσμού, δηλαδή τεράστια κοινωνικά συμπτώματα. Όμως ο Λακάν έκτοτε διασαφήνισε μέσα στην La troisième, την διαφορά του πραγματικού όπως αυτό εμφανίζεται μέσα στον λόγο του κυρίου και το πραγματικό του συμπτώματος ενός υποκειμένου όπου το ιδιαίτερο ασυνείδητό του επενεργεί.  
Κάθε αναλυτής οφείλει να συνεχίζει  να διερωτάται πάνω σ’ αυτό που τον κάνει αναλυτή: αυτό το μοναδικό και ανυπολόγιστο λέγειν που υφαίνει τις απαντήσεις του σε σχέση με το πραγματικό το οποίο παρουσιάζεται στους ασθενείς του με τρόπους  τόσο διαφορετικούς.
Μαδρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2011. 

Μετάφραση στα γαλλικά: Ελισαμπέτ Ταμέρ
Μετάφραση στα ελληνικά: Μαργαρίτα Νικολαίδου
 Επιμέλεια: Θώμη Νικολή