ChampLacanien
Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου Αθήνας

ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ Κολέτ Σολέρ

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ Κολέτ Σολέρ

Προ - κείμενο 1

ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

Κολέτ Σολέρ

Προ - κείμενο της Διεθνούς συνάντησης της Βαρκελώνης,

Σεπτέμβριος 2018

 

 

 

Δράττω την ευκαιρία αυτού του πρώτου προ -κείμενου που μου ζήτησαν οι δυο υπεύθυνοι της συνάντησης του 2018 της Βαρκελώνης, για να σκεφτώ πάνω στην προβληματική του θέματος που έχουμε επιλέξει.

 

Η λέξη έλευση ορίζει μια στιγμή ανάδυσης, μια στιγμή εμφάνισης κάποιου ανέκδοτου πράγματος, το οποίο μπορεί να έχει προβλεφθεί, η έλευση στο θρόνο του Λουδοβίκου του 14ου ή η έλευση ενός νέου πολιτικού προγράμματος, ή το οποίο μπορεί να είναι απλώς αναμενόμενο, όπως στη μεσσιανική χρήση, η έλευση του σωτήρα, ή του τέλους του κόσμου, αλλά επίσης, είναι και κάτι το οποίο μπορεί να κάνει την έλευσή του με έκπληξη. Για παράδειγμα, είναι η περίπτωση της έλευσης του φροϋδισμού στο τέλος του 19ου αιώνα. Εδώ, η χροιά είναι ενδιαφέρουσα: δεν θα μιλούσαμε για έλευση του Φρόιντ, αλλά του φροϋδισμού, που δεν είχε καθόλου προβλεφθεί, και πολύ λιγότερο ήταν αναμενόμενος.

 

Έλευση του πραγματικού, λοιπόν; Κοινή ιδέα, που λαμβάνει υπόψη η λακανική μετάδοση, δεν σημαίνει ότι έρχεται το πραγματικό. Θα μπορούσαμε να το σκεφτούμε μάλλον ως το αδύνατο να αποφύγουν τα ομιλούντα όντα, τα οποία σφυρηλατούνται από το φαντασιακό και το συμβολικό. Αυτός ο ορισμός, το αδύνατο να αποφύγει κανείς, ο ευρύτερος ορισμός που υπάρχει, διαιρεί ήδη το πραγματικό σε δυο μέρη. Απ’ τη μια πλευρά, είναι το πραγματικό που δεν οφείλει τίποτα στο συμβολικό, ένα τσουνάμι, για παράδειγμα, όπως εξίσου και το sexratio, στο οποίο ο Λακάν έδωσε τόσο μεγάλη έμφαση, είναι αυτού του είδους, ας πούμε σφαιρικά το πραγματικό της φύσης ή της ζωής. Ωστόσο, το αδύνατο να αποφύγει κανείς δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό, υπάρχει, επίσης, και το πεπρωμένο – αυτή είναι η λέξη στον πολιτισμό μας για το αδύνατο να αποφύγει κανείς – που μας δημιουργεί η γλώσσα.

 

Ανέκαθεν, το έχουμε υποβαθμίσει με τον όρο δυσ-τυχία [mal-heur], (κακή ώρα) αδυναμίας και αδυνατότητας, που αποδίδαμε στους θεούς και στην αμαρτία. Όσο για τον Λακάν, εκείνος αναγνώρισε σ’ αυτό την επίπτωση της δομής της γλώσσας πάνω στο ζωντανό ον, πράγμα που αποκαλώ αρνητικότητες της δομής. Αλλά ξεχνάμε ότι τα χάσματα που η γλώσσα εισάγει στο ομιλ-όν είναι γεμάτα από κάθε άλλο πράγμα εκτός απ’ αυτήν την κατάρα: από κάθε δυνατότητα επινόησης και δημιουργίας, που εδώ και πολύ καιρό έχουμε ταξινομήσει κάτω από τον όρο της «μετουσίωσης», την οποία έχει δοξάσει η ανθρωπότητα. Ήδη από «Το πρωταρχικό ερώτημα», ο Λακάν έλεγε, άλλωστε, ότι «Η λειτουργία της μη-πραγματοποίησης δεν είναι ολόκληρη μέσα στο συμβολικό»[1].

 

Συνεπώς, όταν χρησιμοποιεί την έκφραση «έλευση του πραγματικού» – δεν λέει πραγματικού, ούτε πραγματικών – στην Τηλεόραση και στην Τρίτη, μιλάει και στις δυο περιπτώσεις, για τις επιπτώσεις της επιστήμης. Προσσελήνωση, απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη, παραγωγή περισσοτέρων υπερ-απολαύσεων, στον καπιταλισμό που η επιστήμη προάγει. Βρισκόμαστε για τα καλά μέσα στην προβληματική της ανθρώπινης παραγωγικότητας, της ικανότητάς της να κάνει να έρθει κάτι νέο, να αλλάξει συλλογικά, ταυτόχρονα, το είναι του (ανθρώπου) και το περιβάλλον του. Σήμερα, δεν μπορούμε πια να είμαστε σίγουροι ότι αυτή η ικανότητα είναι συνώνυμη της προόδου, όπως συνέβαινε στον καιρό του ενθουσιασμού από τον Διαφωτισμό του 18ου αιώνα, αλλά ούτε και της προσδοκίας του «νέου ανθρώπου» στον 19ο αιώνα. Σήμερα, η ιστορία έχει δείξει τη σκοτεινή της όψη και την χωρίς νόμους παραγωγικότητα. Ο Λακάν, πάντα στην ώρα του, αγγίζει, εδώ, αναμφισβήτητα τις βιο-πολιτικές επιπτώσεις της… για το συλλογικό, πέρα από τις καθαρά ατομικές επιπτώσεις, τις οποίες χειρίζεται η ψυχανάλυση. Ήδη, άλλωστε, στο τέλος του Σεμιναρίου 11, αναρωτιόταν: τι θα συμβεί όταν όλο το βιβλίο της επιστήμης θα έχει φαγωθεί; Το έσχατο κεφάλαιο δεν έχει ίσως γραφτεί ακόμη, αλλά δεν μπορούμε παρά να θέσουμε εκ νέου το ερώτημα το 2018, στη Βαρκελώνη.

 

Δεν θα είναι παρά μια πλευρά του θέματός μας, διότι έχουμε να αναρωτηθούμε, επίσης, πώς έρχεται για τον καθένα, αυτό το πραγματικό που μας δημιουργεί το ασυνείδητο, που εδώ και πολύ καιρό έχουμε ονομάσει πεπρωμένο. Θα μιλήσουμε για μια έλευση του πεπρωμένου, υπό την πιο σκοτεινή πλευρά του, εκείνη της κατάρας; Αυτό είναι το ερώτημα. Οι δυο όροι φαίνονται αντικρουόμενοι, διότι η έλευση [avènement] είναι γεγονός [événement], ενώ το πεπρωμένο περιγράφεται ως «αυτό που είναι γραφτό». Και συνεπώς, βιώνεται ως δοκιμασία που υφίσταται (κανείς), κατ’ ουσίαν ως επανάληψη και ως σύμπτωμα, δυο φροϋδικές έννοιες, στις οποίες ο Λακάν διαβάζει τις δυο μαζικές επιπτώσεις του ασυνειδήτου-γλώσσα, δηλαδή την αμείλικτη αποτυχημένη συνάντηση και την αμετακίνητη καθήλωση της απόλαυσης και των συνθηκών της.

 

Άρα, έλευση της επανάληψης; Ναι, διότι η επανάληψη είναι περισσότερο αυτόματον, παρά τύχη; Χρειάζεται η ατυχηματική συνάντηση κατά την βούληση των επεισοδίων της ζωής, ώστε ο νόμος της αποτυχημένης συνάντησης να έρθει ως απαραίτητος, όπως αυτό που δεν παύει. Να έρθει μέσα απ’ αυτό που την κινητοποιεί, την επιμονή των σημαινόντων του ασυνειδήτου. Ανέφερα το κείμενο του 1955, λέγοντας ότι η λειτουργία της μη-πραγματοποίησης του συμβόλου δεν είναι το παν, αλλά άφησα στην άκρη τη συνέχεια της φράσης, η οποία έλεγε, μιλώντας για το σύμβολο: «Για να είναι αδιαμφισβήτητη η εισβολή του μέσα στο πραγματικό, αρκεί να εμφανίζεται, όπως συνήθως, υπό τη μορφή της σπασμένης αλυσίδας.» Κι ο Λακάν δεν ήθελε ως απόδειξη τίποτα περισσότερο από τα λόγια της αγάπης στην προσέγγιση του πράγματος-σύντροφο. Η Τηλεόραση θα πει, περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, ευ-τυχία [bon-heur], «το υποκείμενο είναι ευ-τυχισμένο [heureux[2]], αυτός είναι ο ειρωνικός ορισμός του. Είναι πάντα στην ώρα της επανάληψης. Στο μεταξύ, ο Λακάν παρήγαγε το ασυνείδητο ως γνώση, το οποίο είναι φτιαγμένο από σημαίνοντα απόλαυσης, που η επιμονή τους στην προσέγγιση του Άλλου είναι ακριβώς μια έλευση του πραγματικού, εκείνη του «δεν υπάρχει διάφυλη σχέση».

 

Όσο για την έλευση του πραγματικού στο σύμπτωμα, την βλέπουμε στην γενέθλια κατάστασή της στη φοβία, αυτό το πρώτο σημαίνον που εξαιρείται από τα σημαίνοντα του αιτήματος που έρχονται από τον Άλλον. Το σημαίνον άλογο του Χανς δεν είναι ένα αντικείμενο, ο Λακάν το έχει σφυρηλατήσει αρκετά, αλλά δεν είναι ούτε μια προσφορά του Άλλου, είναι καθαρά μια έλευση, μια επινόηση, και να την η επινόηση ενός σημαίνοντος που «ενσαρκώνει» την απόλαυση του «τραυματικού πέους»[3]. Επιβεβαιώνει μια πρώτη σύμφυση της απόλαυσης και του σημαίνοντος. Κι ο Λακάν λέει ότι ο Φρόιντ ανακάλυψε το ασυνείδητο, το ασυνείδητο που αποκωδικοποιεί σε σημαίνοντα, με αφετηρία την ανακάλυψη που ορισμένα όντα κάνουν της ίδιας τους της στύσης, κι άρα, λοιπόν, αυτό το πρώτο τραυματικό απολαμβάνειν, η φοβία θα το ανάγει σε σημαίνον χρησιμοποιώντας ορισμένα φαντασιακά στοιχεία της αντίληψης. Είναι, επακριβώς, η έλευση της κωδικοποίησης της απόλαυσης, γιατί οι παιδικές φοβίες εξαφανίζονται, αλλά η κωδικοποίηση, δηλαδή η υποκατάσταση, συνεχίζει το δρόμο της από το όνειρο έως την παραδρομή, στα λεγόμενα μορφώματα του ασυνειδήτου.

 

Απομένουν οι καθηλώσεις της απόλαυσης του συμπτώματος, λιγότερο εφήμερες εκείνες, όπου το ψηφίο έρχεται ως γράμμα, μοναδικό και ταυτόσημο με τον εαυτό του, δηλαδή εκτός αλυσίδας και χωρίς υποκατάσταση, κι άρα, εξαίρεση. Η έλευση τους είναι χωρίς νόμο, συγκυριακή, και εξαιρείται από τα προγράμματα του λόγου του Άλλου και είναι, αν πιστέψουμε τον Λακάν, αυτό που ο LOM[4], τον οποίο έγραψε με τρία γράμματα, και τον οποίο κατασκευάζει μεταξύ συμβολικού και φαντασιακού, έχει πιο πραγματικό.

 

Σ’ όλες τις περιπτώσεις, το πραγματικό που έρχεται, είτε είναι για το συλλογικό, είτε για τον καθένα, είναι ένα προϊόν αυτής της παράδοξης ικανότητας του ανθρώπου [LOM] να φτιάχνει γλώσσα με τα πάντα, με τα μυστήρια της φύσης, που τον ξεπερνούν και τα οποία η επιστήμη αναζητά να ελέγξει, όσο και με το πράγμα απόλαυση που τον σφιχταγκαλιάζει στην ιδιαιτερότητα κάθε περίπτωσης, και το οποίο, ακριβώς, είναι η κινητήριος δύναμη των γλωσσών σε σταθερή εξέλιξη. Ο ψυχαναλυτής τη χρησιμοποιεί, αλλά με ποιο σκοπό;

 

Μετάφραση: Γιάννα Βισβίκη



[1] Ζ. Λακάν, «Το πρωταρχικό ερώτημα […]», στα Γραπτά, εκδ. Seuil, 1966, 535 («Περί ενός προκαταρκτικού ερωτήματος σε κάθε πιθανή θεραπευτική αγωγή της ψύχωσης, εσωτερική έκδοση της Σ.Ψ.Φ.Λ.Π., σελ. 21).

[2][Σημ.μετ.], στα γαλλικά heure σημαίνει ώρα. Η λέξη ώρα ακούγεται και στις λέξεις mal-heur(e)δυσ-τυχία,που αναφέρθηκε προηγουμένως, στη λέξη bon-heur(e), ευ-τυχισμένος, αλλά και στη λέξη heure(ux), ευτυχισμένο, με την οποία ο Λακάν αναφέρεται στο υποκείμενο. Είναι αισθητό το παιχνίδισμα της γλώσσας, όπου μέσα από τη συνήχηση αναδύεται η συνάφεια της λέξης τύχη και της λέξης ώρα (ευτυχισμένος είναι αυτός που είναι στην ώρα του!).

[3]Ζ. Λακάν, «Διάλεξη της Γενεύης», 1975, στοBloc note de la psychanalyse, αρ. 5.

[4]LOM, συνηχεί στα γαλλικά με το l’homme, ο άνθρωπος